
«Καρίνα — Η γυναίκα του πλούτου»
Περιγραφή
Ένα ψυχολογικό θρίλερ για την αγάπη χωρίς όρια, την ανεξέλεγκτη, την αγέρωχη.
Οι ήρωες, ανίκανοι να τιθασεύσουν τα ένστικτα και τα συναισθήματα τους, αδρανοποιούν την λογική τους και παρασύρονται σε πράξεις δίχως μέτρο και λογική..
Οι ετοιμασίες για την παρουσίαση του βιβλίου της Καρίνα, στο ξενοδοχείο του Sather Anton στο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας, κόντευαν να ολοκληρωθούν. Μερικοί καλεσμένοι απολάμβαναν ήδη το ποτό τους, ενώ κάποιοι δημοσιογράφοι τσιμπολογούσαν λίγα σνακ από τον μπουφέ.
Ήταν σημαντικό γεγονός - η πρόσκληση από την Καρίνα, μια από τις πιο προβεβλημένες παρουσίες της αφρόκρεμας των οικογενειών με οικονομική ευμάρεια.
Η Καρίνα ήταν βυθισμένη μέσα στη μπανιέρα. Σε λίγες ώρες θα εμφανιζόταν στο κοινό για να παρουσιάσει το καινούργιο βιβλίο της, αλλά και να ανακοινώσει τους αρραβώνες της με τον Πολ. Βγήκε από την μπανιέρα και αφού σκουπίστηκε με το μπουρνούζι της, τηλεφώνησε στον καλό της.
Όμως, ο Πολ δεν άκουγε το τηλέφωνο ή μήπως δεν ήθελε να το ακούσει;
Η Καρίνα ανησύχησε. Εδώ και μέρες είχε παρατηρήσει μια ανεξήγητη συμπεριφορά από τον Πολ, καθώς πλησίαζε η μέρα που θα ανακοίνωναν τους αρραβώνες τους.
Η Καρίνα προσπάθησε να του τηλεφωνήσει ξανά, αλλά μάταια, δεν έλαβε ποτέ απάντηση. Σκέφτηκε ότι ο Πολ ίσως να ήταν στη δουλειά ακόμα, έτσι τηλεφώνησε στο γραφείο για να το επιβεβαιώσει. Η γραμματέας του, όμως, την ενημέρωσε ότι είχε ήδη φύγει για το σπίτι.
Το πρόσωπό της αναψοκοκκίνισε, άρχισε να ιδρώνει και να πηγαινοέρχεται νευρικά στο δωμάτιο. Δεν είχε άλλη επιλογή. Σε λίγες ώρες έπρεπε να ετοιμαστεί για να παρουσιάσει το βιβλίο της και να ανακοινώσει τους αρραβώνες. Κάτι, όμως, δεν της ταίριαζε στην ιστορία.
Και τότε, με μια παρορμητική κίνηση, φόρεσε τη νυχτικιά και τις γόβες της, άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και, μέσα σε μια στιγμή, βρέθηκε στις σκάλες του ορόφου. Άνοιξε την πίσω πόρτα του ξενοδοχείου και βρέθηκε στο πάρκινγκ. Πάτησε το κουμπί του συναγερμού και μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο. Με μια απότομη κίνηση έβαλε μπροστά τη μηχανή και κατευθύνθηκε προς το σπίτι της.
Ο Πολ ήταν στην κρεβατοκάμαρα και δίπλα του βρισκόταν η άλλη γυναίκα. Σίγουρα, η Καρίνα θα εξαγριωνόταν, αν τους έβλεπε ξαπλωμένους πάνω στα καλοπληρωμένα σεντόνια της.
Η Καρίνα, πάρκαρε το αμάξι της στην πιλοτή και με σιγανό βηματισμό, πλησίασε την εξώπορτα. Άνοιξε και μπήκε μέσα. Ανέβηκε με το ασανσέρ στον πρώτο όροφο και αφού απενεργοποίησε τον συναγερμό, ξεκλείδωσε την πόρτα.
Το ζευγάρι συνομιλούσε στην κρεβατοκάμαρα. Η Καρίνα τους άκουσε, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτή η γυναίκα που μιλούσε ήταν κάποια γνωστή της από το κοινωνικό της περίγυρο, για αυτό πλησίασε περισσότερο προς την κρεβατοκάμαρα.
Κατευθύνθηκε προς το σαλόνι και ξεκρέμασε το μαχαίρι από δέρμα φιδιού, που είχε αγοράσει στο ταξίδι της στον Αμαζόνιο. Το έσφιξε δυνατά και κατευθύνθηκε ξανά προς την κρεβατοκάμαρα. Ήταν έτοιμη να ανοίξει την πόρτα, όταν άκουσε το καναρίνι της να κελαηδά.
Κοίταξε διαγώνια προς το χολ του σαλονιού και το είδε κουλουριασμένο, ενώ το κελάδημά του δεν ήταν ίδιο όπως τις άλλες φορές.
«Άλλο ένα σημάδι για το τι με περιμένει», μονολόγησε και κλότσησε την πόρτα με τις ακριβές γόβες της. Το μόνο ανεξήγητο στην ιστορία ήταν ότι φόρεσε τις ψηλοτάκουνες γόβες της, χωρίς να έχει αλλάξει τη νυχτικιά της και παραβλέποντας τον νόμο που απαγόρευε να οδηγήσει φορώντας τη.
Αλλά ποια δε θα παρέβλεπε έναν νόμο, αν υποψιαζόταν ότι ο μέλλων αρραβωνιαστικός της την απατά; Σίγουρα όλες.
Η Καρίνα κλότσησε την πόρτα και το παράνομο ζευγάρι πετάχτηκε ανήσυχο μέσα από τα σκεπάσματα. Η Καρίνα κρατούσε το μαχαίρι ενώ έτρεμε, το βλέμμα της έμοιαζε αχανές.
«Τι πας να κάνεις; Σταμάτα! σου ζητώ συγγνώμη, συγγνώμη!» Η Καρίνα σήκωσε με το ζόρι την ερωμένη του από το κρεβάτι και την έσπρωξε προς την μπαλκονόπορτα.
Ο Πολ τις κοίταγε αποσβολωμένος. Ένας άντρας με τέτοιο στάτους και εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε σαν το φοβισμένο παιδί που δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Η πλήρης αυτοταπείνωση!
Η Καρίνα στράφηκε προς τον Πολ και χωρίς δισταγμό, άρχισε να τον μαχαιρώνει. Το αίμα του πιτσίλισε το πρόσωπο και τη νυχτικιά της, μετατρέποντας την χαριτωμένη κρεβατοκάμαρα σε σκηνή θρίλερ.
Ο Πολ ξεψύχησε προσπαθώντας να την αποτρέψει, αλλά η λύσσα της υπερνικούσε τα πάντα. Μετά από μερικά βάναυσα λεπτά, ο Πολ πέθανε.
Η Καρίνα, αφού καθάρισε το δωμάτιο, έσυρε το κορμί του και το πέταξε από το μπαλκόνι στα βράχια.
H μεζονέτα που της είχε αγοράσει ο μπαμπάς της, τελικά φάνηκε χρήσιμη. Το πτώμα που πέταξε από το μπαλκόνι στους βράχους του βουνού, ήταν τρομερά δύσκολο να ανακαλυφθεί. Ακόμα και αν το ανακάλυπτε κάποιος, τα χρήματα και η δύναμη που είχε ο πατέρας της μπορούσαν να συγκαλύψουν τα πάντα.
Η Καρίνα δεν είχε πολύ χρόνο, έπρεπε να επιστρέψει, διαφορετικά θα κινούσε όλες τις υποψίες επάνω της. Πριν φύγει, άνοιξε την μπαλκονόπορτα στην ερωμένη του Πολ και την απείλησε ότι, αν ανέφερε κάτι, θα είχε την ίδια κατάληξη όπως ο Πολ. Έπειτα, την άφησε να φύγει από το σπίτι όσο πιο γρήγορα γινόταν.
Η Καρίνα, ετοιμάστηκε μέσα σε λίγα λεπτά και ήταν έτοιμη να φύγει από το σπίτι, αφήνοντας πίσω το συμβάν που είχε μόλις συμβεί.
Όμως θέλησε να χαιρετήσει το καναρίνι της. Άλλωστε, ήταν ο μόνος φίλος της που γνώριζε την αλήθεια. Το καναρίνι, όμως είχε χαθεί, μονάχα μερικά πούπουλα από τα φτερά του υποδείκνυαν την παρουσία του μέσα στο κλουβί. Το αγαπημένο καναρίνι της Καρίνας είχε φύγει.
Σκέφτηκε να το ψάξει, αλλά μετά άλλαξε γνώμη. Εκείνο, τουλάχιστον, θα ήταν ελεύθερο, μακριά από την πραγματικότητα που ήταν υποχρεωμένο να ζει, χωρίς να είναι αιχμάλωτο.
Η Καρίνα δεν είχε αυτή τη δυνατότητα, να πετάξει από πάνω της όλα αυτά που τη βάραιναν, όπως το χρήμα, την πολυτέλεια, την ακριβή ζωή και την υποκρισία. Τώρα, όμως, μπορούσε τουλάχιστον να κερδίσει το πιο σημαντικό. Την ελευθερία της.
Μπορούσε να κάνει ταξίδια με τα χρήματα που θα έβγαζε από τις πωλήσεις του βιβλίου της και να πετάξει σαν το αγαπημένο καναρίνι της, σε μέρη μακρινά, που μέχρι τώρα δεν είχε φανταστεί. Ποιος ξέρει; Ίσως, μια μέρα, να το συναντούσε ξανά.
«Δεσποινίς Λουΐζα, το χάπι σας παρακαλώ. Ορίστε το νερό. Σε λίγο μπορείτε να βγείτε στην αυλή, είναι η ώρα για τον περίπατό σας. Μπορείτε επίσης να κάνετε και ένα τσιγάρο- ένα όμως, είναι απόφαση του γιατρού σας, Δόκτωρ Τόμας», είπε η νοσοκόμα Ζανέτ, που δούλευε στην ψυχιατρική κλινική του Μπέρκλεϋ.
«Ευχαριστώ», απάντησε η Λουΐζα, γράφοντας την τελευταία σελίδα από το βιβλίο της: «Καρίνα, Η Γυναίκα του Πλούτου».
Τώρα ήταν έτοιμη να σκεφτεί πώς θα μπορούσε και εκείνη να δραπετεύσει από την ψυχιατρική κλινική στην οποία ήταν έγκλειστη. Θα μπορούσε να έκανε το ίδιο στον Δόκτωρ Τόμας. Άλλωστε ποιος θα μπορούσε να υποψιαστεί μια δήθεν ασθενή;
Μια ασθενής δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο, από το να ακολουθεί πιστά την αγωγή της και να ονειρεύεται πως κάποια στιγμή θα γίνει ξανά ελεύθερη.
Ωστόσο, μια υποτιθέμενη ασθενής, όπως η Λουΐζα που άδικα νοσηλευόταν σε αυτή την κλινική, μπορούσε να κάνει τα πάντα.
Με αυτόν τον τρόπο θέλησε να την ξεφορτωθεί ο άντρας της, Ράκλερ, καθηγητής Λογοτεχνίας, όταν ξεγέλασε την οικογένειά της με τα φούμαρά του, ότι δήθεν την αγαπά και θέλει να την παντρευτεί. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν άλλος παρά ένας άνδρας που είχε στόχο να εκμεταλλευτεί την περιουσία της.
Μάλιστα, το λυπηρό ήταν ότι είχε εξωσυζυγική σχέση με την αδελφή της Λουΐζα, τη Νόρα.
Όμως, η Λουΐζα τους κατάλαβε, όταν τους είδε ένα βράδυ στον κήπο του σπιτιού της.
Εκείνος, για να προστατευτεί και για να μην καταστραφεί το σχέδιό του, αφού παραμύθιασε τη Νόρα, λέγοντάς της, ότι την αγαπά και θέλει να είναι μαζί της, την έπεισε ότι, για χάρη του έρωτά τους, πρέπει να ισχυριστούν, πως η Λουΐζα πάσχει από μια ψυχιατρική νόσο που χρίζει νοσηλεία σε κάποιο θεραπευτήριο.
Λίγους μήνες μετά, η Λουΐζα βρέθηκε μόνη της μέσα σε αυτή την ψυχιατρική κλινική, ανήμπορη να φύγει.
«To μόνο που θέλω είναι να δραπετεύσω και για αυτό θα κάνω τα πάντα.
Το πρώτο βήμα έγινε, έχω αποφασίσει ότι θέλω να αποδράσω. Το δεύτερο βήμα είναι να σκεφτώ το σχέδιο απόδρασής μου», είπε ψιθυριστά στον εαυτό της.
Σίγουρα, ο περίπατος στην αυλή σε συνδυασμό με το τσιγάρο που θα κάνω, θα με βοηθήσει να σκεφτώ με ποιον τρόπο θα δραπετεύσω», μονολόγησε ξανά η Λουΐζα, καθώς σηκώθηκε από το κρεβάτι της για να βγει έξω.
Τώρα πια ήξερε ότι η Καρίνα θα τη βοηθούσε να ξανά βρει την ελευθερία της, ακόμα και αν ήταν απλώς η φανταστική ηρωίδα του βιβλίου της.
0 Comments