
Η Αμαλία έκλεισε δυνατά την πόρτα. Ο ενοχλητικός ήχος από τον σαπισμένο μεντεσέ ακούστηκε για ακόμη μια φορά. Ανέβηκε τη σιδερένια σκάλα, μπήκε στο συνηθισμένο δωμάτιο και άνοιξε τα παραθυρόφυλλα, για να εισέλθει καθαρός αέρας.
Αυτός ο αέρας έδινε στο δωμάτιο μια τζούρα ελευθερίας. Οι τοίχοι είχαν εκείνο το μουντό καφετί χρώμα, ενώ στο ξύλινο πάτωμα υπήρχαν πατημασιές από ανδρικά παπούτσια. Ακριβώς δίπλα στο παράθυρο βρισκόταν το μπρούτζινο κρεβάτι με τα ξεθωριασμένα κάγκελα. Όποιος παρατηρούσε το στρώμα από κοντά, θα μπορούσε να δει πως υπήρχε πάνω του κάθε λογής ζωύφιο. Ένα στρώμα βρόμικο και αδιανόητα ζοφερό.
Η Αμαλία ξάπλωσε και ξεκούμπωσε τον κορσέ της. Κανείς δεν ήξερε πόσο την πονούσε, πέρα από την ίδια. Ύστερα, προσπάθησε να κλείσει τα μάτια της, για να κοιμηθεί.
Μάταια, οι φωνές από το ανοιχτό παράθυρο δεν την άφηναν.
Η αγορά ήταν γεμάτη κόσμο. Οι καθημερινοί καυγάδες των μαγαζάτορων, για το ποιος θα προσελκύσει τους περισσότερους τουρίστες, ώστε να δοκιμάσουν τις λιχουδιές της αθηναϊκής κουζίνας, ήταν κάτι συνηθισμένο.
Το μόνο που δεν την ενοχλούσε ήταν ο ήχος από τη λατέρνα του κυρ-Κοσμά. Ίσως, να ήταν ξεκούρδιστη, αλλά για εκείνη αποτελούσε μια μελωδία πνοής. Μια μελωδία που πάντα της υπενθύμιζε, την αξία της ως γυναίκα.
Σκέφτηκε να σηκωθεί και να βγει μια βόλτα. Θα προλάβαινε να αγοράσει λίγο μαντολάτο και να περπατήσει μέχρι την Πλάκα, άλλωστε, ο επόμενος πελάτης θα ερχόταν σε τριανταπέντε λεπτά. Δεν το σκέφτηκε πολύ, μεμιάς άρπαξε τη μαύρη μεταξωτή εσάρπα της και κατέβηκε τη σιδερένια σκάλα γρήγορα.
Δεν φοβόταν μήπως καμιά μέρα βρεθεί φαρδιά πλατιά στο πάτωμα με τα τσόκαρα που φορούσε, και αν ήταν μόνο αυτό, καλά θα ήταν, αν όμως έσπαγε και κανένα πόδι θα κρεβατωνόταν για μέρες - χώρια που θα την κατσάδιαζε και ο Σωκράτης.
Στάθηκε λίγα μέτρα έξω από την πόρτα, κοίταξε δεξιά και αριστερά, δάγκωσε τα νύχια της και έκλεισε την πόρτα.
«Αμαλία! Γύρνα αμέσως!» της φώναξε ο Σωκράτης, καθώς την είδε να βγαίνει από την αυλόπορτα.
«Μα ο επόμενος πελάτης είναι σε τριανταπέντε λεπτά, προλαβαίνω!»
«Και εγώ τι νομίζεις ότι κάνω εδώ πέρα; Είμαι το αφεντικό σου, ανάθεμά σε! Σε περιμένω!»
Ο Σωκράτης, με πνιγηρά βήματα, ανέβηκε τη σκάλα και πήγε στο δωμάτιο.
Άκεφος, αλλά και αυταρχικός. Παθιασμένος με ό,τι απαιτούσε από τους άλλους.
Η Αμαλία αναστέναξε και με σκυμμένο κεφάλι, γύρισε πίσω. Δεν ήθελε να βρεθεί μόνη της με τον Σωκράτη αλλά ήταν υποχρέωσή της.
Μακάρι να μην είχε τόσο υπομονή και να μην συμβιβαζόταν τόσο απλά μαζί του. Μα γιατί το έκανε; Ούτε εκείνη μπορούσε να απαντήσει, ίσως γιατί πάντα φοβόταν να έρθει αντιμέτωπη μαζί του. Αλλά ακόμα περισσότερο με τον ίδιο της τον εαυτό.
Κάτι μέσα της, καιρό τώρα, της έλεγε να φύγει μακριά, να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει, σαν τους γλάρους που χάζευε τα κυριακάτικα απογεύματα στο λιμάνι του Πειραιά.
Ανέβηκε τη σκάλα, αυτή τη φορά αργά και χωρίς να περιμένει, χωρίς να λαχταρά κάτι. Το βήμα της έμοιαζε σαν το βήμα των χαμένων ορειβατών. Ξένο, αργό, δυσοίωνο. Άνοιξε την πόρτα και πήγε να ξαπλώσει στην αριστερή πλευρά του κρεβατιού, η δεξιά ήταν πάντα για τον Σωκράτη.
«Λοιπόν, πρέπει κάτι να κάνουμε, οι πελάτες λιγοστεύουν, το μαγαζάκι της Ρόζας μαζεύει όλο και περισσότερο κόσμο, όλοι εκεί πηγαίνουν. Τι δεν κάνεις σωστά, μου λες;» Έβγαλε τη ζώνη από το ξεθωριασμένο παντελόνι του και την χτύπησε. Ευτυχώς, η εσάρπα την κάλυπτε, και ο πόνος δεν ήταν τόσο δυνατός.
«Είμαι άρρωστη Σωκράτη, οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν, δεν το βλέπεις;»
Του αποκρίθηκε με την ελπίδα, πως ο Σωκράτης, θα πίστευε το ψέμα της και θα την άφηνε ήσυχη.
«Τι άρρωστη και ανοησίες μου λες; Εγώ δεν βλέπω τίποτα να έχεις. Λοιπόν, τελείωσε θα μιλήσω στη Ρόζα να σε πάρει, τουλάχιστον δεν θα πληρώνουμε και το νοίκι.»
«Σωκράτη, η Ρόζα δεν πρόκειται να με δεχτεί. Είμαι μεγάλη - τριάντα χρονών. Αυτή παίρνει κορτσούδια.»
«Τι λες Αμαλία; Θα σε πάρει θέλει, δεν θέλει. Εσύ θα της φέρεις και κόσμο- τόσους πελάτες σου φέρνω. Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκα να σε πάρω, τόσο άμυαλος ήμουνα. Λοιπόν, ετοιμάσου σε δύο λεπτά έρχομαι, πάω να ξυριστώ.»
Ο Σωκράτης έφυγε και η Αμαλία έμεινε μόνη της. Η σκέψη ότι θα δούλευε για χάρη της Ρόζας- αυτής της ξεδιάντροπης, που ήταν και η ερωμένη του Σωκράτη, την έκανε να σιχαίνεται τον ίδιο της τον εαυτό. Δεν ήθελε αυτή τη ζωή.
Ήθελε να φύγει μακριά, ακόμα κι αν δεν είχε ούτε μια δραχμή επάνω της. Το πείσμα της, την έσπρωχνε στη φυγή. Δεν είχε χρόνο ή τώρα ή ποτέ. Ήταν πολύ νέα για να υποδουλωθεί σε όλη της τη ζωή, ίσως σε έναν φρικτό γάμο και μετά με ένα παιδί που δεν θα μπορούσε να μεγαλώσει. Τα τριάντα τα έκλεισε εχθές. Έπρεπε να φύγει. Είχε φτάσει η ώρα.
Άλλωστε, ο Σωκράτης δεν πίστεψε ούτε για μια στιγμή ότι ήταν άρρωστη. Δεν είχε άλλον τρόπο ή θα συνέχιζε τη ζωή τούτη που είχε και θα είχε αφεντικό κάποιον άλλον, ή θα επέλεγε να ζήσει ελεύθερα και όπου την έβγαζε.
Το πολύ-πολύ να ξεψυχούσε σαν σκυλί σε κάποιο πεζοδρόμιο της επαρχίας, γιατί στην Αθήνα δεν μπορούσε να μείνει. Ο Σωκράτης θα την ανακάλυπτε.
«Αν έχεις λίγο σεβασμό μέσα σου, η θέση σου είναι να φύγεις. Φύγε λοιπόν τι κάθεσαι; Δεν σου φτάνουν τα δέκα χρόνια αγανάκτησης;»
Έπαιζε με τον εαυτό της το παιχνίδι του «αντίδικου» - προσποιούνταν την κακότροπη γυναίκα που έκρυβε μέσα της, ίσως όμως, στα βάθη της ψυχής της, να ήταν η τρομαγμένη σκιά των φόβων της.
«Ήταν πολλές οι φορές που είπα «θα φύγω», αλλά δεν έφυγα. Μα θα είναι ακόμα περισσότερες οι φορές που η ψυχή και το σώμα μου θα πονάνε, αν μείνω».
«Φεύγω, γιατί η ψυχή μου είναι ότι πολυτιμότερο μου έχει μείνει και οφείλω να τη διαφυλάξω. Την ελευθερία μου θέλω!»
Αποκρίθηκε στον Σωκράτη, με ένα τσιγάρο στο στόμα και κλείνοντας την εξώπορτα καθώς αποχωρούσε.
Εκεί, σ’ εκείνο το σημείο, εισέπνευσε και την τελευταία τζούρα του τσιγάρου που άναψε σ’ αυτό το δωμάτιο. Κοίταξε ψηλά τον ουρανό, σιγοψιθυρίζοντας:
«Γλάρε μου καλέ, να με ακούς, έρχομαι να σε βρω ξανά στο Λιμάνι του Πειραιά. Στέρεψα από πόνο και διψώ για ελευθερία!»
«Για μια τζούρα ελευθερίας», ήταν και τα τελευταία της λόγια, αφήνοντας πίσω τον απόηχο μιας ζωής που δεν ήθελε ποτέ.
0 Comments