Ήταν Κυριακή και η Μελίνα θα αργούσε να ξυπνήσει, έτσι η Ισμήνη αποφάσισε να χαλαρώσει, ξεφυλλίζοντας το άλμπουμ των παιδικών της χρόνων. Ανέβηκε την κουπαστή της σκάλας και πήγε σιγά-σιγά στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε την ντουλάπα και άρχισε να ψάχνει το άλμπουμ κάτω από τα στοιβαγμένα ρούχα, τα οποία είχε τακτοποιήσει με προσοχή.

Ο Στέλιος, ο άνδρας της, κοιμόταν ακόμα και μάλιστα βαριά. Ωστόσο, αυτό δεν την εμπόδισε να καθίσει στο κρεβάτι και να πάρει το άλμπουμ στα πόδια της.

Άνοιξε το άλμπουμ και είδε την πρώτη φωτογραφία, όπου ήταν με τον αδελφό της. Πόσο να ‘ταν τότε; Κάπου στα έξι με επτά, λίγο κοντή για την ηλικία της, αλλά δεν την ένοιαζε καθόλου.

Κοίταξε με προσοχή την επόμενη φωτογραφία. Ήταν στον αχυρώνα του παππού της, συντροφιά με τον Μάστρο-Γρηγόρη, τον γαϊδαράκο που τόσο αγαπούσε και δεν ήθελε με τίποτα να τον κουράζει - και ας έλεγε ο παππούς της ότι τα ζωντανά υπάρχουν για να τα παιδεύουμε.

Ήρθαν στο μυαλό της οι στιγμές που ήταν κοριτσάκι - ένα κοριτσάκι χωρίς σκοτούρες και υποχρεώσεις, ανέμελο όπως τα κλαράκια στα χωράφια του χωριού της. Για λίγο ευχήθηκε να μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω. Κράτησε τα μάτια της κλειστά για λίγα λεπτά, χωρίς να την ενοχλεί ο ήχος από το ροχαλητό του Στέλιου. Τίποτα δεν μπορούσε να της χαλάσει αυτή τη μαγεία των αλληλένδετων σκέψεων που διακατείχαν το μυαλό της.

Πήρε μια βαθιά ανάσα για μια στιγμή και ύστερα άνοιξε τα ματόκλαδά της. Γύρισε την επόμενη σελίδα του άλμπουμ και τότε είδε τη φωτογραφία από το γυμνάσιο, όπου ήταν μαζί με τις ξαδέλφες της, τη Σμαρώ και την Κατίνα.

«Πού να βρίσκονται άραγε τώρα;» μονολόγησε.

Όταν παντρεύτηκαν με τον Στέλιο, έφυγαν για την Αθήνα και δεν ξαναείδε κανέναν από το σόι της - μονάχα τον αδελφό της, που τους επισκεπτόταν όποτε το επέτρεπε το κομπόδεμά του.

Στο μυαλό της ήρθε η σκηνή που πρωτοφόρεσε τη σχολική της ποδιά. Πόσο υπέροχη ήταν! Κεντημένη με θαλασσί κλωστή, με κουμπιά στα πλάγια και η κονκάρδα να αναγράφει «Πρώτο Γυμνάσιο Θηλέων Σουλίου».  Ήταν πολύ περήφανη που φορούσε αυτή τη στολή. Την είχε κεντήσει η συγχωρεμένη η γιαγιά της, κι όταν τη φορούσε, αισθανόταν όλο νάζι και χάρη, έλαμπε ολόκληρη από τη χαρά της.

«Αχ, χωριουδάκι μου γλυκό, πόσο μου έχεις λείψει! Μακάρι να είχα τη δύναμη να γυρίσω» ψιθύρισε τόσο σιγά, που με δυσκολία άκουσε τα λόγια της να βγαίνουν από το στόμα της.

Γύρισε πάλι το φύλλο του άλμπουμ, αλλά αυτή τη φορά η φωτογραφία που είδε της έξυσε μια πληγή που ποτέ δεν επουλώθηκε. Ο γάμος της με τον Στέλιο. Η φωτογραφία έδειχνε εκείνη να φορά ένα λευκό φουστάνι και μια τιάρα στα μαλλιά, από την οποία έπεφτε το πέπλο της.

Από τη δεξιά πλευρά στεκόταν η κουμπάρα της, ενώ από την αριστερή ο Στέλιος πίσω τους η πεθερά και η μητέρα της. Χόρευαν τον χορό της «νυφικής κρεβάτας» - τον παραδοσιακό γαμήλιο χορός του Σουλίου.

Θυμήθηκε πόσο αγχωμένη ήταν για τον γάμο της με τον Στέλιο. Θα ΄ταν, δε θα ΄ταν δεκαεπτά χρονών, όταν ο πατέρας της - ως σώφρων στρατηγός της έκανε προξενιό με τον γιο του πιο πλούσιου γαιοκτήμονα σε ολόκληρο το Σούλι, με σκοπό να την ανταλλάξει με εκατό στρέμματα γόνιμης γης.

Η Ηλέκτρα δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Άλλα όνειρα είχε για εκείνη. Ήθελε να γίνει δασκάλα και να πάει στην Πρωτεύουσα να σπουδάσει. Το Πανεπιστήμιο για εκείνη, ήταν ό,τι για τον πατέρα της τα εκατό στρέμματα.

Όμως τα όνειρα της Ηλέκτρας ξεθώριασαν για πάντα. Παντρεύτηκε τελικά τον Στέλιο και αντί να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο «των Γραμμάτων» που τόσο πολύ λαχταρούσε, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο «της Ζωής».

Λίγα χρόνια αργότερα ξέσπασε η χούντα στην Ελλάδα. Η Ηλέκτρα μαζί με τον Στέλιο αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στα ξένα.

Παρέα με μια βαλίτσα στο χέρι και ένα μωρό στα σπλάχνα της, η Ηλέκτρα κίνησε με τον Στέλιο για την Αυστραλία.

Τα πρώτα χρόνια δεν ήταν καθόλου εύκολα. Εκείνη καθάριζε σκάλες το πρωί και το βράδυ, πήγαινε στα σινεμά για να πουλάει ξηρούς καρπούς και ροφήματα. Ο Στέλιος πάλι, δούλευε σε όποια οικοδομή έβρισκε, για να βγάλει ένα κομμάτι ψωμί με σκοπό να ταΐσει την οικογένειά του.

Όμως υπήρχε και κάτι καλό: το μωρό της Ηλέκτρας και του Στέλιου είχε πια μεγαλώσει μέσα στα χρόνια και ήταν είκοσι χρονών. Η Αλίκη, είχε γίνει ολόκληρη δεσποινίδα.

«Αγάπη μου…» ψιθύρισε η Ηλέκτρα, καθώς το μυαλό της χόρευε στους ρυθμούς της λησμονιάς. Όλα έγιναν τόσο απότομα.

Εικοσιδύο χρονών ήταν η Αλίκη όταν έμεινε έγκυος από τον Ντανιέλ, έναν Αυστραλό με αργεντίνικη καταγωγή. Η Αλίκη, λόγω της εγκυμοσύνης, παντρεύτηκε τον Ντανιέλ. Η Ηλέκτρα πικράθηκε που θα αποχωριζόταν τη μονάκριβη κόρη της από τόσο νωρίς, όμως αδημονούσε για τον ερχομό της εγγονή της.

Σε όλο το διάστημα που η Αλίκη ήταν λεχώνα, η Ηλέκτρα δεν έφυγε στιγμή, από το πλευρό της. Τέσσερα χρόνια αργότερα, από τη γέννηση του μωρού, η κόρη της και ο γαμπρό της, της ανακοίνωσαν πως θα πήγαιναν γαμήλιο ταξίδι στη Χιλή για μια εβδομάδα. Η Ηλέκτρα και ο Στέλιος τους έδωσαν την ευχή τους και τους διαβεβαίωσαν πως, για όσο έλειπαν, θα φρόντιζαν τη Μελίνα σαν να ήταν εκείνοι εδώ.

Όμως η μία εβδομάδα, έγινε ένας μήνας και ο ένας μήνας, έγινε οκτώ χρόνια.

Οκτώ χρόνια η Ηλέκτρα είχε να δει την κόρη της. Οκτώ χρόνια ζούσε μέσα στην άγνοια, για το αν το παιδί της ήταν ζωντανό ή όχι.

Όλες οι αρχές είχαν αποκλείσει το ενδεχόμενο να είναι ζωντανοί η Αλίκη και ο Ντανιέλ, αφού όλα έδειχναν, πως είχαν πέσει θύματα αρπαγής. Όσο και αν προσπαθούσε η Ηλέκτρα να το χωνέψει, δεν μπορούσε.

Ξαφνικά έμεινε με ένα παιδί, που έπρεπε να το μεγαλώσει μαζί με τον άνδρα της, χωρίς να γνωρίζει αν οι γονείς του ήταν ζωντανοί. Η Ηλέκτρα αναστέναξε γοερά, κοίταξε το ρολόι και η ώρα είχε πάει δέκα το πρωί. Ο Στέλιος μόλις είχε ξυπνήσει  και τη χάιδεψε στον ώμο.

«Καλημέρα, ψυχή μου. Τι έχεις; Δεν είσαι καλά, το βλέπω στα μάτια σου», αποκρίθηκε ο Στέλιος.

«Στέλιο, θέλω πίσω το παιδί μας. Θέλω να τη δω, να της πιάσω τα χέρια και να της τα φιλήσω. Πού είναι; Πότε θα γυρίσει; Θέλω πίσω το παιδί μου, Στέλιο. Δεν μπορώ άλλο να ζω έτσι», είπε η Ηλέκτρα, με τα μάτια της να καίνε και τα δάκρυά της να λούζουν το ρυτιδιασμένο πρόσωπό της.

«Θα γυρίσει, κάποια στιγμή θα γυρίσει. Έχε μου εμπιστοσύνη, δεν έχει πεθάνει είναι ζωντανή», την καθησύχασε ο Στέλιος, δίνοντάς της ένα φιλί στο μάγουλο.

«Ας γυρίσει, και μετά να κλείσω τα μάτια μου για πάντα. Ας δω να παίρνει αγκαλιά ξανά τη Μελίνα. Τουλάχιστον θα ξέρω ότι το παιδί μας γύρισε και είναι ζωντανό», του είπε η Ηλέκτρα, εκλιπαρώντας να γίνει πραγματικότητα.

«Σώπασε τώρα, ακούω τη Μελίνα, ξύπνησε.»

Βήματα ακούγονταν από την πόρτα του δωματίου, και τα γυμνά πέλματα της Μελίνας έκαναν αισθητή την παρουσία της.

«Γιαγιά, ξύπνησα! Έκλαιγες;»

«Όχι Μελινάκι μου. Κοιμήθηκες όμορφα;»

«Ναι, γιαγιά.»

Η Μελίνα φίλησε, όπως εκείνη ήξερε τη γιαγιά της, καταλαγιάζοντας το δράμα της Ηλέκτρας, που εδώ και χρόνια ήταν αναγκασμένη να ζει με αυτό. Η Ηλέκτρα πήρε αγκαλιά τη Μελίνα και της ψιθύρισε: «Σ’ αγαπώ.»

Ύστερα έριξε ένα απλανές βλέμμα στο μισάνοιχτο άλμπουμ, στο φύλλο με τη φωτογραφία που έδειχνε την Αλίκη με τον Ντανιέλ.

Λέγοντας από μέσα της τα λόγια του Ύψιστου:

 «Κύριε, Ιησού, Χριστέ, ο Θεός, ελέησον και σώσε ημάς. Αμήν.»

Written by

Related Posts

Καρίνα

«Καρίνα — Η γυναίκα του πλούτου» Περιγραφή   Ένα ψυχολογικό θρίλερ για την αγάπη χωρίς όρια, την ανεξέλεγκτη, την αγέρωχη. Οι ήρωες, ανίκανοι να τιθασεύσουν τα ένστικτα και τα συναισθήματα τους, αδρανοποιούν την λογική τους και παρασύρονται σε πράξεις δίχως μέτρο και...

read more...

Για μια τζούρα ελευθερίας

Η Αμαλία έκλεισε δυνατά την πόρτα. Ο ενοχλητικός ήχος από τον σαπισμένο μεντεσέ ακούστηκε για ακόμη μια φορά. Ανέβηκε τη σιδερένια σκάλα, μπήκε στο συνηθισμένο δωμάτιο και άνοιξε τα παραθυρόφυλλα, για να εισέλθει καθαρός αέρας. Αυτός ο αέρας έδινε στο δωμάτιο μια...

read more...

0 Comments

Submit a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *